« ΚΩΛΟΣΟΥΡΤΗΣ » Ο ΑΤΜΟΚΙΝΗΤΟΣ ΤΡΟΧΙΟΔΡΟΜΟΣ ΤΩΝ ΦΑΛΗΡΩΝ

Γράφει ο Βασίλης Χατζηκωνσταντίνου.

Τις τελευταίες δεκαετίες του 19ου αιώνα, οι Αθηναίοι «ανακάλυψαν» τα θαλασσινά μπάνια. Ήδη από το 1869 λειτουργούσε ο σιδηρόδρομος Αθήνας – Πειραιά που έφτανε μέχρι το Νέο Φάληρο, αλλά για τα μεσαία και τα μικρά εισοδήματα, ήταν μια πανάκριβη διασκέδαση. Πριν κάνει την εμφάνιση του για πρώτη φορά, κατά το έτος 1887, ο ατμήλατος τροχιόδρομος, το «μελαψόν και φλεγέθον, μικρόν ατμόπνουν θηρίον» κατά την περιγραφή του Αλεξάνδρου Φιλαδελφέως, δεν υπήρχε συγκοινωνιακό μέσο για την μετάβαση στο Παλαιό Φάληρο.

Πριν από τη χρονολογία αυτή, όπως γράφει ο Τίμος Μωραϊτίνης «Εμπνευσμένοι καρροτσέρηδες μετέβαλαν τα τετράτροχα καρροαμάξια, τους σε λεωφορεία, για τη συγκοινωνία Γειτονιάς – Π. Φαλήρου. Με δυο μακριές σανίδες που τοποθετούσαν τη μια δεξιά και την άλλη αριστερά, έφτιαχναν τις καθόλου αναπαυτικές θέσεις …….. για τους επιβάτες. Από πάνω έστηναν μια τέντα από λινάτσα, για προφύλαξη από ήλιο και στα πλαϊνά κρεμούσαν κουρτινάκια από κλαδωτό τσίτι ». Το παράδοξο αυτό κατασκεύασμα που έμοιαζε σαν ιστιοφόρο της ξηράς και σαν αποκριάτικο άρμα, ξεκινούσε γύρω στο μεσημέρι από τη «Γειτονιά» και έφτανε στο Φάληρο λίγο πριν από το ηλιοβασίλεμα και έτσι ο κοσμάκης έπαιρνε το θαλάσσιο λουτρό, του την ίδια στιγμή που το έπαιρνε και ο « δύων ήλιος ».

Γύρω στο 1880-82, εμφανίστηκαν στην Αθήνα οι ιππήλατοι τροχιόδρομοι από την βελγική εταιρία του επιχειρηματία Βωτύ, που όμως ποτέ δεν έφθασαν στο Φάληρο, σύμφωνα με αξιόπιστες και απόλυτα ελεγμένες πηγές και είναι λάθος το αντίθετο που έχει γραφεί στα δύο βιβλία που είναι αφιερωμένα στην ιστορία του Π. Φαλήρου. Οι ιππήλατοι τροχιόδρομοι, μόνο σε ελάχιστες έκτακτες περιστάσεις, πχ απεργία μηχανοδηγών, εκτέλεσαν τη συγκοινωνία προς τα «Φάληρα». Το 1887, η παραπάνω βελγική εταιρία για την «εξυπηρέτηση» αυτών που ήθελαν να μεταβούν από την Αθήνα στα Φάληρα, έθεσε σε κυκλοφορία, με σχετικά μικρό εισιτήριο, τον ατμήλατο τροχιόδρομο (τραμ) που εκινείτο πάνω σε σταθερές σιδηροτροχιές.

Ο ατμοτροχιόδρομος αυτός - που από το όνομα του επιχειρηματία απεκαλείτο και «τροχιόδρομος του Βωτύ» - βαπτίστηκε σκωπτικά από τους Αθηναίους, στην πορεία του χρόνου και για τους λόγους που θα αναφέρω παρακάτω, «Κωλοσούρτης». Ο ατμήλατος λοιπόν αυτός τροχιόδρομος, ξεκινούσε κάθε 40 λεπτά, από το προ της Ακαδημίας τμήμα της Λεωφόρου Ελευθερίου Βενιζέλου (Πανεπιστημίου), κατευθυνόταν μέσω της Λεωφόρου Αμαλίας προς την Γαργαρέτα και τα Παλαιά Σφαγεία, έκανε στροφή αριστερά, έφτανε στην στάση Καλλιθέα, κατερχόταν αριστερότερα της σημερινής Λεωφόρου Θησέως, περνούσε από την Αγία Ελεούσα και το άλλοτε Δημόσιο Ψυχιατρείο και έφτανε στις Τζιτζιφιές, όπου διακλαδιζόταν σε δυο γραμμές, μία προς το Νέο και την άλλη προς το Παλαιό Φάληρο, όπου τερμάτιζε στου «Ξηροτάγαρου», κοντά στο σημείο όπου γύρω στα 1900 έγινε ο Ζωολογικός Κήπος και μετέπειτα το Κρατικό Εργοστάσιο Αεροπλάνων.Αξίζει να σημειωθεί, ότι στο παραλιακό αυτό σημείο, έκανε τα θαλασσινά της λουτρά η Βασίλισσα Αμαλία.

Ο ατμήλατος τροχιόδρομος, ελκόταν από ειδικές ατμάμαξες και είχε συνήθως 3 έως 5 ( μερικές φορές έως και 7 ) ελαφριά βαγόνια, κλειστά των 24 θέσεων και ανοικτά των 28. Προφανώς οι ατμάμαξες αυτές, δεν είχαν και μεγάλη ελκτική δύναμη και η μηχανή τους ήταν πολύ μικρή σε σχέση με το βάρος των βαγονιών που προσπαθούσαν να τραβήξουν. Ιδιαίτερα το καλοκαίρι, που τα βαγόνια ήταν περισσότερα, αλλά και γεμάτα κόσμο, η αντιστοιχία αυτή γινόταν μεγαλύτερη και εντονότερη. Το ταξίδι με τον « ατμοτροχιόδρομο » ήταν γενικά δύσκολο και γι’ αυτούς που ήταν μέσα, αλλά και γι’ αυτούς που ήταν έξω από τα βαγόνια του. Ένας χρονογράφος της εποχής μας διηγείται « …. Από μακριά άκουγε κανείς το λαχάνιασμα και τα βογκητά του και φαινόταν σαν ζώο που υπέφερε για να προχωρήσει, ενώ από το φαρδύ φουγάρο του, ανέβαιναν μαύρα σύννεφα από καρβουνόσκονη, που ετύφλωνε τα μάτια και λέρωνε τα ρούχα του κόσμου ». Μεταγενέστερος πάλι χρονογράφος δίνει και μια συμπληρωματική εικόνα, του ιδιότυπου αυτού κατασκευάσματος « …. Όταν έφτανε στην πύλη του Αδριανού, από το Φάληρο, το περίεργο αυτό τραίνο άρχιζε να ασθμαίνει, χωρίς να κινείται από τη θέση του. Τότε το προσωπικό κατέβαινε και έριχνε άμμο στις γραμμές, για να διευκολύνει την άνοδό του προς την Ακαδημία. Πράγματι ήταν μεν ατμοκίνητος, αλλά είχε εξευτελίσει τη θεωρία του Φούλτον ». Όλα αυτά τα θηριώδη αγκομαχητά, τρομοκρατούσαν τους Αθηναίους, κάτι που αποτυπώνεται σε δημοσιεύματα της εποχής « Φόβος και τρόμος έχει καταβάλει τους διακινουμένους προς και από το Φάληρον δια του τροχιοδρόμου, οι οποίοι σπεύδουν να καταλάβουν τα τελευταία βαγόνια καταλίποντες άδεια τα δυο πρώτα βαγόνια …. ».

Έτσι λοιπόν τα αγκομαχητά της μηχανής, η μέχρι σχεδόν ακινησίας χαμηλή ταχύτητα του τροχιόδρομου, το ελάχιστο ύψος των βαγονιών από το έδαφος, έδιναν των εντύπωση ότι ιδίως στα τελευταία βαγόνια σχεδόν σερνόταν με τα οπίσθια και δεν άργησαν οι Αθηναίοι, με τη γνωστή σκωπτική διάθεση που επικρατούσε την εποχή εκείνη, να του κολλήσουν ειρωνικά το παρατσούκλι «Κωλοσούρτης». Άλλοτε σταματούσε γιατί τέλειωνε το νερό ή το κάρβουνο, επειδή στην ανηφόρα, κατανάλωνε περισσότερο από όσο μπορούσαν να αποθηκεύσουν. Έτσι ο «Κωλοσούρτης» με τα καμώματα του, ήταν επί χρόνια το ανεξάντλητο θέμα δημοσιογράφων, γελοιογράφων και θεατρικών επιθεωρήσεων, της αφελέστατης εκείνης εποχής. Ακόμα και σατιρικούς ποιητές ενέπνευσε. Παρ’ όλες όμως τις ειρωνείες, τις κατηγορίες και τους φόβους που ενέπνεε , ο «Κωλοσούρτης» ήταν βασικός παράγοντας της ανάπτυξης των Φαλήρων, ιδιαίτερα δε του Παλαιού Φαλήρου, που το 1887 ήταν μια σχεδόν ερημική περιοχή με ελάχιστους κατοίκους ( 180 κατοίκους αναφέρει το Εγκυκλοπαιδικό Λεξικό ΜΠΑΡΤ και ΧΙΡΣΤ κατά το έτος 1896 ) και ελάχιστα σπίτια, κατάσταση που δεν άλλαξε δραστικά, ούτε κατά την πρώτη δεκαετία του 20ου αιώνα.

Για τον παραπάνω λόγο ο «ατμοτροχιόδρομος», έφθανε στο Παλαιό Φάληρο μόνο τα καλοκαίρια, το δε χειμώνα μόνο τις Κυριακές, ενώ για το Νέο Φάληρο λειτουργούσε όλο το χρόνο. Η δυνατότητα « εύκολης » και γρήγορης πρόσβασης, στις δυο αυτές κοντινότερες προς την Αθήνα παραλίες, του Νέου και του Παλαιού Φαλήρου, γέννησε την επιθυμία για θαλασσινά λουτρά, σε πλήθος Αθηναίων, που η κοινωνική και οικονομική διαστρωμάτωση καθώς και η επιθυμία, είτε για κοσμική παρουσία, είτε για ένα θαλασσινό λουτρό σε ένα ήρεμο και εξοχικό περιβάλλον, τους οδηγούσε σε ένα από τα δυο Φάληρα. Όμως η επιβίβαση στον «Κωλοσούρτη» και η κατάβαση στο Π. Φάληρο, δεν ήταν ούτε εύκολη ούτε ανώδυνη. Ο αρχαιολόγος, ζωγράφος και συγγραφέας Αλέξανδρος Φιλαδελφεύς, σε χρονογράφημα του σε έντυπο των αρχών του 20ου αιώνα, περιγράφει τον τρόπο που οι διψασμένοι για λίγη δροσιά Αθηναίοι, εφορμούσαν για να μπορέσουν να επιβιβαστούν στον ιδιότυπο αυτό ατμοτροχιόδρομο : « Και ιδού ευθύς το πρώτο τραγικόν μέρος. Η κατάληψις θέσεως επί του συρμού προσλαμβάνει χαρακτήρα πολεμικής επελάσεως. Η κατάληψις της Μελούνας και της Ακροπόλεως η έφοδος, ωχριούσι προ του μυριανθρώπου αλληλοσπαραγμού, όστις συνάπτεται αμφοτέρωθεν των τροχαμάξων του συρμού ….. Εκεί είναι ανάγκη να θέσεις εις ενέργειαν οδόντας και όνυχας, ράβδους και αγκώνας, γρόνθους, πολλάκις δε και πέλματα. Με ό,τι έχεις και με ό,τι δεν έχεις, πρέπει να παλαίσεις τον περί καταλήψεως θέσεως αγώνα ….. ». Επιτέλους λοιπόν, μερικοί κατόρθωναν και εξασφάλιζαν θέση. Το τι γινόταν παραπέρα, περιγράφεται και πάλι στη συνέχεια από τον Αλέξανδρο Φιλαδελφέα : « Αλλά όλα αυτά, δεν είναι τίποτε ακόμη. Η διασκέδαση αρχίζει, όταν ο σαλιάρης αυτός, ο αυθαδώς αυτοκαλούμενος ατμήρης τροχιόδρομος , πράγματι δε κινητόν καβουρδιστήριον, θέσει εις ενέργειαν τα πτυσίματα, τους σπινθήρας και τα μύρια ως βροχή λεπτή εφορμώντα, ανθρακομόρια. Αυτά μεταβάλλουσι τους λευκούς επιβάτας, εις μαύρους της Γουϊνέας, τα δε λευκάς και ωχράς Ατθίδας, εις μελαψάς Αθιγγανίδας ….. ».

Όσο περνούσαν τα χρόνια, τόσο πάλιωναν οι μηχανές του «Κωλοσούρτη», τόσο πύκνωναν τα αγκομαχητά του, ώσπου στο τέλος μια Κυριακή του Μαΐου του 1907, το καζάνι δεν άντεξε. Στην μεγάλη ανηφόρα, μπροστά στην πύλη του Αδριανού, έσκασε με ένα μεγάλο κρότο από τη μεγάλη πίεση του ατμού, περιλούζοντας με καυτό νερό τους επιβάτες και περαστικούς και εκτοξεύοντας προς κάθε κατεύθυνση κομμάτια από μέταλλο. Αποτέλεσμα ήταν, μερικές δεκάδες Αθηναίοι να οδηγηθούν στο Νοσοκομείο με τραύματα και εγκαύματα, όπου σύμφωνα με κάποιες πηγές, 5 πέθαναν από εγκαύματα. Μεταξύ τους, ήταν και ο συγγραφέας της « Σιδηράς Διαθήκης », Πολύβιος Δημητρακόπουλος, που ήταν περαστικός τη στιγμή της έκρηξης. Επέζησε και έγραψε και πραγματεία με τίτλο « Τα απρόοπτα του Τροχιοδρόμου ». Αυτό ήταν και το ουσιαστικό τέλος του «Κωλοσούρτη», γιατί όχι μόνο έπαψαν να τον εμπιστεύονται οι Αθηναίοι, αλλά και τον φοβόντουσαν και έτσι τον απέφευγαν και τον χρησιμοποιούσαν ελάχιστα. Εγκαταλελειμμένος, έπαψε κάποια μέρα ν’ ακούγεται, με τα συχνά σφυρίγματα του και το θόρυβο που έκανε η μηχανή του……. Το τυπικό τέλος ήρθε το 1909, όταν άρχισε η ηλεκτροκίνηση των τροχιοδρόμων και η βελγική εταιρία, απέσυρε τόσο τα ιππήλατα όσο και τα ατμήλατα « τραμ ».

Μαζί όμως με το τέλος του «Κωλοσούρτη», τελείωσε ένα κομμάτι της ιστορίας της πρώτης Φαληρικής συγκοινωνίας και κυρίως, ήρθε το τέλος μιας εποχής που συνδέεται με τις ωραιότερες νύκτες του Φαλήρου, που ο ρομαντικός ποιητής της εποχής, τραγούδησε με τους παρακάτω στίχους :

Ω νύκτες του καλοκαιριού

Στην αμμουδιά στρωμένες του Φαλήρου,

Ποιά μάγισσα σας κέντησε

Στο φως τ’ αχνό του φεγγαριού

Στην άχνη ενός ονείρου;

Βασίλης Ε. Χατζηκωνσταντίνου

Δικηγόρος-Ερευνητής

Πρόεδρος «Αρχείου Ιστορίας Παλαιού Φαλήρου»

Κύλιση στην Αρχή
faliros.gr designed by efuture.gr
Don't have an account yet? Register Now!

Sign in to your account